Σάντος: Δημιουργικότητα, ταλέντο και ποιότητα βρίσκονται στο δρόμο

146

Συνέντευξη από καρδιάς παραχώρησε ο Φερνάντο Σάντος, μιλώντας στην πορτογαλική ιστοσελίδα “Observador”, κατά την οποία αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκε από ΑΕΚ και ΠΑΟΚ μακρινό παρελθόν, για τον λόγο της αποβολής του στο ιστορικό παιχνίδι της Εθνικής Ελλάδος με την Κόστα Ρίκα, για το γεγονός ότι δεν απέκτησε ποτέ μάνατζερ, αλλά και για μια ακόμη πληθώρα θεμάτων σχετικά με την προσωπική του ζωή.

Στο ξεκίνημα της συνέντευξης, είπε: “Ως παίκτης, το μεγαλύτερό μου λάθος ήταν ότι μου άρεσε ελάχιστα να δουλεύω. Συνειδητοποίησα ότι, με αυτό, είναι αδύνατο να προχωρήσεις στο ποδόσφαιρο. Όποιος δεν δουλεύει, δεν μπορεί να πάει μακριά. Μπορείς να έχεις ταλέντο, μπορεί να διαθέτεις όλη την ποιότητα, αλλά αν δεν δουλεύεις, πολύ δύσκολα θα πας μπροστά. Οπότε, από τη στιγμή που είχα αυτό το ελάττωμα, σκέφτηκα ότι είναι κάτι που δεν θα μπορούσα να επιτρέψω ποτέ να κάνουν οι παίκτες μου. Δεν σκέφτομαι ότι είμαι γκρινιάρης. Το αντίθετο”.

Για την κριτική που δέχτηκε για το “μέτριας ποιότητας ποδόσφαιρο” της εθνικής Πορτογαλίας κατά τη διάρκεια τους Euro: “Αυτό είναι κάτι που δεν καταλαβαίνω. Δεν συμφωνώ. Δεν ήμασταν πραγματιστές. Παίξαμε αυτό που χρειαζόταν να παίξουμε. Στην πραγματικότητα, το μοναδικό παιχνίδι που λένε ότι παίξαμε άσχημα, νομίζω πως είναι και το χειρότερο παιχνίδι μας. Εκείνο απέναντι στην Ουγγαρία. Βρεθήκαμε τρεις φορές εκτός Euro. Παίξαμε τόσο χαζά. Το μόνο που θέλαμε ήταν να σκοράρουμε”.

Για την πρωτοβουλία του Ρονάλντο να αναλάβει καθήκοντα προπονητή, λίγο πριν από το τελευταίο σφύριγμα του τελικού του Euro: “Απλώς ήθελα να γελάσω. Βασικά, δεν ένιωσα ότι μπορούσα να το κάνω εκείνη τη στιγμή, επειδή ήμουν λιγάκι σφιγμένος. Και ήθελα και να κερδίσω το Euro, σωστά; Αλλά αφότου είδα τις φωτογραφίες, με έκαναν να θέλω να γελάσω, με την καλή έννοια.

Επειδή πιστεύω ότι αντικατοπτρίζει άψογα ποιο ήταν το πνεύμα στην ομάδα, ποια ήταν η φιλοδοξία, ποια ήταν η ενότητα που υπήρχε μεταξύ μας. Οι κάμερες κατέγραψαν τον Κριστιάνο. Αλλά αν κατέγραφαν ολόκληρη την ομάδα, θα συνειδητοποιούσαν ότι όλοι ήταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι ούρλιαζαν. Κάτι το οποίο ήταν απολύτως φυσιολογικό. Ήταν μία μοναδική και ιστορική στιγμή για τη χώρα μας”.

Για την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής, μεταξύ άλλων, τόνισε: “Κατέληξα να κάνω μία ενδιαφέρουσα καριέρα. Όχι αυτήν που θα μπορούσα να κάνω, αλλά έπαιξα για 10 χρόνια στην πρώτη κατηγορία της Πορτογαλίας. Και όταν διάλεξα να ασκήσω παράλληλα κι άλλο επάγγελμα (σ.σ. προπονητική), προφανώς αυτό προήλθε από την ακάθεκτη παρουσία μου στο χώρο του ποδοσφαίρου, στον οποίο είχα ‘κολλήσει’ επαγγελματικά. Και αυτή είναι η απάντηση στο γιατί τα πάντα στη ζωή μου συνέβησαν λίγο στην τύχη. Το να στραφώ στην προπονητική είναι μόνο ένα παράδειγμα”.

Για το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ μάνατζερ, κάτι το οποίο τον οδήγησε και στο “κατώφλι” των ΑΕΚ και ΠΑΟΚ: “Δεν έτυχε. Συχνά, σκέφτομαι το εξής: αν γυρνούσα το χρόνο πίσω, δεν ξέρω αν θα είχα επιλέξει να έχω κάποιον. Επειδή ο μάνατζερ κάνει το εξής: ανοίγει άλλες πόρτες και νέα πράγματα μπορούν να συμβούν. Και είναι ένα σημαντικό κομμάτι. Για εμένα, δεν συνέβη. Ως προπονητής, έφυγα από την Πόρτο κατευθείαν για την Ελλάδα. Βασικά, ένας πρώην παίκτης μου, ήταν αυτός που με κάλεσε να πάω εκεί.

Είχα σπουδαία σχέση με όλους του παίκτες μου και όταν ήμουν στην Πορτογαλία, ένας από αυτούς, ο Νικολαϊδης, ήταν πρόεδρος της ΑΕΚ. Η ΑΕΚ ήταν χρεοκοπημένη, εκείνος τηλεφώνησε σ’ εμένα και μου είπε: ‘Κύριε, πρέπει να με βοηθήσεις. Εγώ θα πάρω την προεδρία κι εσύ τη θέση του προπονητή’. Συμφώνησα. Και τους οδήγησα στο Champions League. Μετά ήρθα στην Μπενφίκα. Και όταν έφυγα από την Μπενφίκα, ο Ζαγοράκης, που ήταν αρχηγός της εθνικής Ελλάδος, η οποία είχε κερδίσει το Euro του 2004, πήγε στον ΠΑΟΚ ως πρόεδρος και μου είπε ότι μόνο εγώ μπορούσα να αναλάβω την ομάδα. Και πήγα. Πάντα προχωρούσα κάπως έτσι”.

Για την αποβολή του στον ιστορικό αγώνα της Εθνικής Ελλάδος, κόντρα στην Κόστα Ρίκα το 2014, για τη φάση των “16” του Μουντιάλ: “Αυτό που συνέβη ήταν μια τρομερή αδικία. Ήμασταν στο κενό μεταξύ παράτασης και πέναλτι. Οι διαιτητές δεν θα μας άφηναν (σ.σ. τους προπονητές) να μπούμε στο γήπεδο. Έχουν δίκιο από μια μεριά. Στο τέλος του παιχνιδιού, μου είπε να πάω προς τα έξω. Και δεν πήγα.

Γιατί; Γιατί πήγα στον βοηθό μου να δώσω τα ονόματα των παικτών που θα εκτελούσαν τα πέναλτι. Και μόλις του τα έδωσα, μου είπε ότι δύο εξ αυτών δεν ήθελαν να εκτελέσουν, γιατί δεν ένιωθαν καλά. Και εκείνη τη στιγμή, ξέχασα τελείως ότι πρέπει να πάω προς τα έξω. Είναι αλήθεια. Πήγα να μιλήσω στους παίκτες μου. Αντί να φύγω κατευθείαν, πήγα σ’ εκείνους για δύο λεπτά. Και με τιμώρησαν επειδή δεν τήρησα την εντολή που μου είχε δοθεί”.

Για τις αλλαγές που βιώνει το ποδόσφαιρο στις μέρες μας: “Αυτό που έχει αλλάξει είναι η προπόνηση. Σήμερα υπάρχει βελτίωση στην προπόνηση, στις συνθήκες εργασίας στις ομάδες, στις ακαδημίες. Αυτά δεν μοιάζουν σε τίποτα με το παρελθόν. Και αυτό είναι που κάνει την εξέλιξη των ποδοσφαιριστών διαφορετική. Αλλά το ποδόσφαιρο του δρόμου, το οποίο έχει χαθεί, είναι πάντα θεμελιώδες. Δημιουργικότητα, ταλέντο και ποιότητα βρίσκονται στο δρόμο”.

Για το τι κάνει μετά τα παιχνίδια: “Μετά τα παιχνίδια, μου αρέσει να πηγαίνω σπίτι. Κερδίζω ή χάνω, μου αρέσει να πηγαίνω σπίτι. Είναι πάντα μια στιγμή εσωτερίκευσης. Οι προπονητές το έχουν αυτό. Ακόμη κι όταν νικούν, κάνουν την ανάλυση, γυρίζουν πίσω την ‘ταινία’. Θα δούμε πάντα αν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό, αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να βελτιώσουμε.

Τώρα, αν χάσω… όλα εξαφανίζονται από μπροστά μου (γέλια). Όταν πηγαίνω σπίτι, αντιδρώ σαν να μην είναι κανείς εκεί. Ούτε σκυλιά, ούτε οικογένεια. Ούτε τα σκυλιά δεν επιτρέπεται να έρθουν στο ίδιο δωμάτιο μ’ εμένα εκείνη τη μέρα. Δεν πρόκειται να έχω ούτε δείπνο. Θέλω να μένω μόνος, να σκέφτομαι”.

Για τις ερωτήσεις – ρουτίνα των δημοσιογράφων μετά τα παιχνίδια: “Υπάρχουν μερικές που δεν έχουν κανένα νόημα. Προτιμώ τις μη τυπικές ερωτήσεις, το να είμαι με όλους τους δημοσιογράφους μαζί, να μιλήσουμε, να ανταλλάξουμε απόψεις, με φυσιολογικό σεβασμό. Αυτό το βρίσκω πολύ περισσότερο ενδιαφέρον”.

Για το πως θα περιέγραφε το Θεό με μόνο μία έκφραση: “Η αρχή και το τέλος”.