«Απειλούσαν τη ζωή μου επειδή έπαιζα ποδόσφαιρο»

124

Η Καλίντα Ποπάλ γεννήθηκε στο Αφγανιστάν και το μόνο που πάντα ήθελε ήταν να παίζει ποδόσφαιρο, γεγονός που στην χώρα της ισοδυναμούσε με τον θάνατο. Η Καλίντα είναι πλέον μία από τις πιο εμβληματικές  φυσιογνωμίες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.

«Αντιμετώπιζα απειλές από τους Ταλιμπάν και γνώριζα πως αν μείνω στο Αφγανιστάν σύντομα θα πέθαινα» δήλωσε πριν από ένα μήνα σε συνέντευξή της στην Independent: «Είχα μια επιλογή, είτε θα έμενα και θα αντιμετώπιζα τις επιπτώσεις, είτε θα έφευγα και θα συνέχιζα να δουλεύω για τον στόχο μου από μακριά. Δεν ήθελα να πεθάνω».«Ξεκίνησα να παίζω, γιατί μου άρεσε, ήταν διασκεδαστικό», τόσο απλά.

Μάλιστα, θυμάται πως η –γυμνάστρια- μητέρα της, της είχε αγοράσει τα πρώτα ποδοσφαιρικά της παπούτσια: «Το γυμναστήριο στο σχολείο ήταν παλιό και δεν είχαμε πολλές δραστηριότητες, οπότε ξεκινήσαμε με τις φίλες μου να κλωτσάμε μια μπάλα. Ώσπου μια μέρα ήρθαν κάποιοι και μας είπαν: «Το ποδόσφαιρο δεν είναι για γυναίκες. Είναι προσβολή για το άθλημα αν συμμετέχουν γυναίκες».

Παρ’ όλα αυτά, η Καλίντα αν και γνώριζε πόσο επικίνδυνο ήταν, δεν είχε σκοπό να τα παρατήσει. Συχνά, η ίδια και  μερικά ακόμη κορίτσια μαζεύονταν και έπαιζαν μεταξύ τους κρυφά. Ο αριθμός των κοριτσιών συνεχώς αυξανόταν, όπως ακριβώς και οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, όπως “πόρνες” και “σκύλες” από τους άνδρες. Η ίδια της είχε πολλές φορές δεχτεί φραστικές επιθέσεις μέχρι και ρίψη σκουπιδιών από κάποιους που την αναγνώριζαν στον δρόμο. Ωστόσο, οι άνθρωποι της τοπικής βάσης του ΝΑΤΟ τους παραχωρούσαν έναν περιφραγμένο χώρο για να παίζουν σε μια προσπάθεια να τις βοηθήσουν.

Αξιοσημείωτο γεγονός αποτελεί η δημιουργία της πρώτης εθνικής ομάδας του Αφγανιστάν, το 2007, με αρχηγό την ίδια, δίνοντας το πρώτο της φιλικό εναντίον της ομάδας των Διεθνών Δυνάμεων Ασφαλείας, νικώντας με 5-0. Όμως, ακόμη  και αυτός ο αγώνας είχε στιγματιστεί από το γεγονός ότι διεξήχθη στο “Ghazi Stadium” που αποτελούσε το γήπεδο που χρησιμοποιούσαν οι Ταλιμπάν για λιθοβολισμούς και εκτελέσεις.
Μάλιστα, όπως έλεγαν οι ντόπιοι, το αίμα έχει ποτίσει τόσο βαθιά τον αγωνιστικό χώρο που το γρασίδι δεν μπορούσε να φυτρώσει:
«Κάθε φορά που κλωτσούσα την μπάλα, έρχονταν στο μυαλό μου εικόνες από εκτελέσεις, ήξερα πως σε αυτό το μέρος είχαν εκτελεστεί δεκάδες γυναίκες. Αλλά και κάθε φορά που κλωτσούσα τη μπάλα, ένιωθα πως ήταν μια νίκη για όλες τις γυναίκες που πέθαναν και δεν κατάφεραν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους».

Ακολούθησαν φιλικοί αγώνες με το Νεπάλ, το Πακιστάν και τις Μαλδίβες. Η επιρροή της όλο και μεγάλωνε. Πλέον η παρουσία της ενοχλούσε πολύ: «Όταν έγινα η αρχηγός της γυναικείας ποδοσφαιρικής κοινότητας, η φωνή μου έγινε πολύ δυνατή. Απολάμβανα τους αγώνες, τις νίκες και τη φήμη που αποκτούσε η ομάδα μας. Αλλά, ξαφνικά όλα άλλαξαν όταν το μήνυμα άρχισε να γίνεται όλο και πιο ισχυρό. Το πρόβλημά μου δεν ήταν μόνο οι Ταλιμπάν με τα όπλα, αλλά και οι Ταλιμπάν με γραβάτες και κοστούμια, άνθρωποι με τη νοοτροπία των Ταλιμπάν, οι οποίοι είναι εναντίον των γυναικών και της φωνής τους». Όταν μαζί με τις απειλές ήρθε και η εναντίον της προπαγάνδα που την έφερναν ως αντι-Αφγανή και εναντίον του Ισλάμ, κατάλαβε πως η φυγή ήταν η μόνη λύση. 

Μέσα σε μια νύχτα πήρε μία απόφαση που άλλαξε ολόκληρη τη ζωή της: «Σκέφτηκα πως αν δεν φύγω, θα με σκοτώσουν. Δεν το είπα σε κανέναν, μόνοι οι γονείς μου το ήξεραν. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τι να πάρω μαζί μου, πού να πάω, πού θα καταλήξω, αν θα γυρίσω ποτέ πίσω. Έβαλα σε ένα σάκο τον υπολογιστή μου και τη φωτογραφία της ομάδας μου, τίποτε άλλο. Οι συμπαίκτριες μου δεν γνώριζαν γιατί ξαφνικά εξαφανίστηκα. Δεν τους είπα για πολύ καιρό τι ακριβώς συνέβη γιατί δεν ήθελα να φοβηθούν, δεν ήθελα να τα παρατήσουν, γιατί πάντα με έβλεπαν ως αρχηγό, ένα δυναμικό άτομο που τους στήριζε.».
Από την Καμπούλ διέφυγε στην Ινδία, χωρίς βίζα και πάντα με τον φόβο να συλληφθεί και να επιστρέψει πίσω. Τελικά κατάφερε να φτάσει σε ένα άσυλο προσφύγων στη Νορβηγία και να καταλήξει σε ένα άλλο στη Δανία, όπου ένα χρόνο μετά απέκτησε άδεια παραμονής. 

Όταν έφτασε στην Δανία αντιμετώπισε προβλήματα προσαρμογής. Βρισκόταν σε μία χώρα με εντελώς διαφορετική κουλτούρα και γλώσσα και χωρίς φίλους: «Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Έλεγα πως δεν ρίσκαρα τη ζωή μου για να καταλήξω σε ένα άσυλο. Ένιωσα σαν πουλί φυλακισμένο σε κλουβί. Δεν μιλούσα σε κανέναν. Είχα εφιάλτες πως με έβρισκαν και με γύριζαν πίσω. Μου έλειπε η ομάδα και οι συμπαίκτριες μου. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα».

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο: «Το γόνατό μου καταστράφηκε ολοσχερώς και μου ανακοινώθηκε πως πρέπει να σταματήσω το ποδόσφαιρο. Τότε ήταν που σκέφτηκα να τα παρατήσω όλα. Αλλά είπα ‘Όχι’. Πρέπει να υπάρχει ένα Plan B, κάτι που θα μου επιτρέψει να ασχολούμαι με το όνειρό μου. Και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν πειράζει που δεν θα μπορούσα να παίζω ποδόσφαιρο. Θα μπορούσα να συνεχίσω δίνοντας σε γυναίκες την υποστήριξη που δεν είχα εγώ ποτέ».

Με ψυχιατρική βοήθεια και αντικαταθλιπτικά κατάφερε σταδιακά να σταθεί ξανά στα πόδια της. Ξεκίνησε ποδήλατο και κολύμβηση ενώ παράλληλα ενθάρρυνε άλλες γυναίκες οι οποίες ήθελαν να ασχοληθούν με τον αθλητισμό. Εκεί εμπνεύστηκε και τελικά ίδρυσε το Girl Power, έναν οργανισμό που βοηθά κορίτσια-πρόσφυγες να ενταχθούν στον αθλητισμό και δημιουργεί μία γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ αυτών και την δανικής κοινωνίας.

Η Ποπάλ σε συνεργασία με την αθλητική εταιρία Hummel, σχεδίασε την πρώτη ποδοσφαιρική περιβολή, το ‘hijab’ για τις παίκτριες της Εθνικής Αφγανιστάν:
«Μου το ζήτησαν κάποιες παίκτριες καθώς είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο τις αφήνουν οι δικοί τους να συμμετέχουν σε αγώνες. Το θέμα είναι πολύπλοκο, αλλά η κύρια ιδέα είναι πολύ απλή: πώς δίνουμε περισσότερες ευκαιρίες σε νέες γυναίκες στο Αφγανιστάν αλλά και αλλού; Πώς τις ενθαρρύνουμε να βγουν από το σπίτι τους; Θέλουμε να παρέχουμε στις γυναίκες κάτι με το οποίο νιώθουν άνετα φορώντας το και να δείξουμε πως το ποδόσφαιρο δεν έχει να κάνει με κάποια θρησκεία ή κουλτούρα. Έχει να κάνει με το να περνάς καλά, να απολαμβάνεις το παιχνίδι και να απολαμβάνεις την παρέα».

Συνεχίζει δηλώνοντας: «Το όνειρό μου είναι κάποια στιγμή στο μέλλον να μην βρεθεί καμία στη θέση μου. Ελπίζω κανένας άνθρωπος να μην χρειαστεί να μείνει μόνος του».

Το έργο της Ποπάλ για τον γυναικείο αθλητισμό στη χώρα της –και όχι μόνο- συνεχίζεται με τα αποτελέσματα να είναι παραπάνω από εμφανή: «Όταν ξεκίνησα το ποδόσφαιρο, υπήρχαν 8-10 κορίτσια μαζί μου. Τώρα υπάρχουν πάνω από 2.000-3.000 γυναίκες που ασχολούνται με το άθλημα στο Αφγανιστάν».

Γνωρίζει, όμως, ότι είναι πολύ πιθανό να μην ξαναγυρίσει στην πατρίδα της: «Λατρεύω τη χώρα μου και να δουλεύω γι’ αυτήν, παρότι είμαι μακριά, είμαι απόλυτα συνδεδεμένη μαζί της. Αλλά όσο δεν αλλάζει η κατάσταση σε αυτή, θα συνεχίσω να συνεισφέρω από μακριά. Τώρα είμαι η επικεφαλής προγραμματισμού της εθνικής ομάδας. Σχεδιάζω και οργανώνω εκδηλώσεις από το εξωτερικό. Αυτό με κρατά ζωντανή και χαρούμενη».

Η Καλίντα κατέχει πλέον πολλές τιμητικές διακρίσεις, μία από τις οποίες είναι το Challenge Award 2017 για την καταπολέμηση των προκαταλήψεων που αποτρέπουν τις γυναίκες από την διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων. Επιπλέον, έχει δώσει πολλές διαλέξεις με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα και πιο συγκεκριμένα σε εκδήλωση της FIFA και συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών με θέμα την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων.

Η Ποπάλ είναι μία πολύ δυναμική γυναίκα που η ζωή της δίδαξε με τον πιο σκληρό τρόπο να μάχεται, να μην τα παρατάει, να κυνηγάει τα ονειρά της και να υπερασπίζεται τα ιδανικά της: «Όταν έπαιζα ήμουν αμυντικός. Αυτή είναι η ‘ειδικότητά’ μου και στη ζωή: να υπερασπίζομαι τις γυναίκες, την ομάδα μου, το φύλο μου».