Ποδόσφαιρο: Όπως τότε…

85

Γράφει ο Αλέξανδρος Σφυρόπουλος

Κάντε το λίγο εικόνα. Δέκα πιτσιρικάδες τρέχουν πάνω κάτω κυνηγώντας μια μπάλα. Παίζουν στο μισό γήπεδο, με μια εστία κανονική και την άλλη να αποτελείται από αυτοσχέδια δοκάρια, συνήθως μπουφάν η πέτρες. Σύνηθες φαινόμενο οι τσακωμοί για την επιλογή εστίας, καθώς όλοι προτιμούν να σκοράρουν στην κανονική με τις… «original» δοκούς.

Αυτοί που παίζουν επίθεση φοράνε φανέλες κάποιου μεγάλου βετεράνου σέντερ φορ, όπως του Φαν Νιστελροϊ, του Ραούλ, ίσως και του Τόρες. Από το κέντρο και πίσω, οι πιο σκληροτράχηλοι, παίζουν χωρίς μπλούζα εφαρμόζοντας τον άγραφο κανόνα «ή ο παίκτης ή η μπάλα» με τα «δολοφονικά» μαρκαρίσματα να είναι το σήμα κατατεθέν τους, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος της κάρτας ή της αποβολής από τον αγώνα.

Μόλις διαβάσατε μια άκρως γραφική απεικόνιση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα σε κάποια γειτονιά κάπου στον κόσμο, μάλλον σε μια λίγο παλαιότερη εποχή. Αυτή ακριβώς η περιγραφή θα μπορούσε κάλλιστα να μετουσιωθεί σε έναν πίνακα ζωγραφικής, σε ένα έργο τέχνης.
Να θυμίζει σε πολλούς το τότε. Το ποδόσφαιρο καθηλώνει, «αγγαλιάζει» γενιές και γενιές, μεγαλώνει παιδιά.

Θυμάμαι τον εαυτό μου σε νεαρή ηλικία, το να βγω να παίξω ποδόσφαιρο ήταν για μένα κάτι σαν επιβράβευση. Έθετα το πρόγραμμα μου, διάβαζα τα μαθήματα μου και μετά έτρεχα στο γήπεδο να προλάβω τους άλλους πριν ξεκινήσουν τα «βηματάκια» και φτιάξουν ομάδες.
Το κανονίζαμε συνήθως από την προηγούμενη και κανένας δεν τολμούσε να αθετήσει την υπόσχεση του.

Συνήθως άκουγα από το σπίτι μου τις φωνές τους, ήταν κάτι σαν κάλεσμα να πάω κι εγώ, ήταν σχεδόν αδύνατον να αντισταθώ. Κάτι σαν εθισμός, όχι όπως τους συνηθισμένους οι οποίοι έρχονται αργότερα στις ζωές των περισσοτέρων, ίσα ίσα, ένας ακίνδυνος εθισμός με οφέλη σωματικά αλλά και ψυχικά.
Μια συνήθεια με την οποία ξεχνιόμουν, «καθάριζε» το μυαλό μου και επικεντρωνόμουν μόνο σε αυτό, να βάλω όσα περισσότερα γκολ μπορώ και όταν γυρίσω σπίτι να πλάσσω στο μυαλό μου την κατάταξή τους από το πιο απλό έως το καλύτερο βαθμολογώντας τα ένα-ένα.
Σίγουρα «ξύπνησα» μνήμες σε πολλούς, καθώς δεν είμαι ο μοναδικός που τα έχει βιώσει όλα αυτά…

Αγαπημένη μου στιγμή ήταν το φινάλε…

Παίζαμε επί ώρες, έχοντας «λιώσει» τα πνευμόνια μας και για να το λήξουμε αποφασίζαμε το «όποιος το βάλει κέρδισε». Τότε, σαν άλλος Κριστιάνο Ρονάλντο, «κούρδιζα» τον εαυτό μου, ξεχνούσα την κούραση και το δεξί σκισμένο μου παπούτσι, περνούσα όλη την αντίπαλη ομάδα, σκόραρα, και»πίκαρα» χαρακτηριστικά τους αντίπαλους με έναν πανηγυρισμό εφάμιλλο του Γκούναρ Σόλσκιερ στον αξέχαστο τελικό του 99′.

Πλέον, πολλά έχουν αλλάξει. Αν και τα χρόνια που έχουν περάσει από την εποχή που βίωνα αυτά που περιγράφω δεν είναι πολλά, σηματοδοτούν τις αλλαγές που έγιναν με ραγδαίους ρυθμούς.
Τότε δεν είχαμε gadgets, smartphones, videogames, e-sports και το μόνο σκριν που ξέραμε ήταν αυτό που έκανε ο Batiste στον Διαμαντίδη πριν πάρει το «δωράκι» και καρφώσει με μανία την μπάλα στο καλάθι, και αν μου έδειχνες το εικονίδιο του like αυτό που θα μου ερχόταν στο μυαλό θα ήταν αυτό:

Για να μην περιττολογώ για το… χάσμα του τότε με το τώρα, η παρακάτω εικόνα «φωνάζει» απο μόνη της:

Εν τέλει, δεν μπορώ να κρίνω εαν τα πράγματα έχουν καλυτερέψει η χειροτερέψει, το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ένα. Ποδόσφαιρο ίσον… μαγεία. Ένας άλλος κόσμος, ένα παράλληλο σύμπαν, διέγερση, απόλαυση, ένα καταφύγιο όπου όταν το επισκέπτεσαι ξεχνάς οτιδήποτε άλλο σε απασχολεί.

Το ποδόσφαιρο κυριαρχούσε, κυριαρχεί, και θα κυριαρχεί για πάντα. Ήταν, είναι και θα είναι «Ο Βασιλιάς των σπορ», και η πραγματική του αξία φαίνεται από τις βάσεις του, από εκεί που ξεκινάνε όλα, από τις παλιές «καλές» εποχές, από τους δέκα πιτσιρικάδες μου λέγαμε και στην αρχή…