Μαθήματα scouting από την Αγγλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου

439

Γράφει ο Βασίλης Σαμπράκος

…για το κοινωνικό μάθημα που πήρε, μέσα από ένα μάθημα scouting της αγγλικής ομοσπονδίας ποδοσφαίρου, σχετικά με το πώς ανατρέφει η Αγγλία τα παιδιά της. Και κάνει τη σύγκριση με τις ελληνικές ακαδημίες ποδοσφαίρου.

Στα πρώτα μαθήματα του εισαγωγικού επιπέδου της εκπαίδευσης στην “ανίχνευση ταλέντου” στο ποδόσφαιρο, η αγγλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου επιχειρεί να χτίσει στον υποψήφιο ανιχνευτή ταλέντων τη νοοτροπία για την ανάγκη να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από σημαντικές παραμέτρους σχετικές με την ανάπτυξη του παιδιού που “βάζει στο μάτι”.

Τα μαθήματα εξηγούν με σαφήνεια στον υποψήφιο scout, από το εισαγωγικό επίπεδο, την ανάγκη να λαμβάνει υπόψη την πραγματική, δηλαδή τη χρονολογική ηλικία, αλλά και τη βιολογική ηλικία, και την σχετική ηλικία και την αθλητική ηλικία του υπό παρακολούθηση ποδοσφαιριστή. Τα μαθήματα βοηθούν τον ανιχνευτή να αντιληφθεί ότι στις ηλικίες των -+ 14 ετών η διαφορά ακόμη και των 6-10 μηνών ανάμεσα σε παίκτες μπορεί να λειτουργεί στρεβλωτικά.

Ενα παιδί γεννημένο στους τελευταίους μήνες ενός έτους είναι πιθανό να μειονεκτεί σε φυσική ανάπτυξη έναντι ενός συμπαίκτη ή αντιπάλου που έχει γεννηθεί στους πρώτους μήνες του ίδιου έτους. Ενα παιδί, το οποίο δεν έχει μπει στη φάση της αλματώδους ανάπτυξής του, μπορεί να υστερεί σημαντικά σε ύψος και φυσικές δυνάμεις έναντι ενός συνομήλικου που έχει μπει νωρίτερα στο στάδιο της μεγάλης ανάπτυξης.
Ενα 14χρονο παιδί που ξεκίνησε στα 10 του το ποδόσφαιρο είναι πιθανό να μειονεκτεί σε τεχνική και σε τακτική αντίληψη έναντι ενός συνομήλικου παιδιού που μπήκε στον αθλητισμό από τα 7 του χρόνια. Ακριβώς επειδή αυτή η διαδικασία, της ανίχνευσης, είναι πολύπλοκη και σύνθετη, η αγγλική ομοσπονδία εκπαιδεύει τον ανιχνευτή με τον ίδιο τρόπο που εκπαιδεύει τον προπονητή των ακαδημιών. Τον μαθαίνει να εξετάζει από τέσσερις διαφορετικές γωνίες τον ποδοσφαιριστή (τεχνική/τακτική – φυσική – ψυχολογική – κοινωνική), του εξηγεί αναλυτικά τη σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτών των δομών στον ποδοσφαιριστή και τον βοηθά να αντιληφθεί ότι κατά την παιδική και την εφηβική ηλικία η επίδραση της φυσικής κατάστασης του εκκολαπτόμενου ποδοσφαιριστή στην ψυχολογία του μπορεί να λειτουργεί τόσο έντονα και τόσο βλαπτικά που να φτάνει να αλλοιώνει τα ποδοσφαιρικά χαρακτηριστικά του και να “κρύβει” τις δεξιότητές του.

Γιατί τα μαθαίνει όλα αυτά η αγγλική ομοσπονδία στον υποψήφιο ανιχνευτή ταλέντων;

Επειδή ξέρει καλά πόσο βλαπτική μπορεί να είναι η επιρροή της παρουσίας ενός ανιχνευτή ταλέντων σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου των τμημάτων υποδομής. Οι Αγγλοι δεν αρκούνται στην εκπαίδευση που δίνουν στους προπονητές των υποδομών, οι οποίοι δέχονται “πλύση εγκεφάλου” προκειμένου να μη λειτουργούν εγωιστικά στη διαχείριση των αγώνων, δηλαδή στη διαχείριση των παιδικών ψυχών. Κάνουν το ίδιο και με τους ανιχνευτές. Μέσα από την εκπαίδευση, βάζουν τον scout στη θέση του προπονητή και του μιλούν για την αξία και τη σημασία που έχει το να δίνει ο προπονητής σε όλα τα παιδιά ίσες ευκαιρίες, ίσο χρόνο παιχνιδιού, να τα χρησιμοποιεί σε διαφορετικές θέσεις και να τα ενθαρρύνει να δοκιμάζουν το “αδύναμο” πόδι τους και τους ρόλους που δεν έχουν αναλάβει ξανά. Οπως πλένουν το κεφάλι των προπονητών για να τους χτίσουν την “τα μικρά παιδιά δεν πρέπει να παίζουν για τη νίκη – δεν είναι η νίκη αυτοσκοπός” νοοτροπία, κάνουν το ίδιο με τους scouts. Το κάνουν επειδή ξέρουν ότι ένας ανιχνευτής ταλέντων μπορεί να γίνει κακή επιρροή για έναν προπονητή, έναν πρόεδρο συλλόγου ή ιδιοκτήτη ακαδημίας, έναν πατέρα ή μια μητέρα ενός παιδιού, ένα παιδί, όταν έχει κακή νοοτροπία.

Ολα όσα περιγράφω παραπάνω, σχετικά με την εκπαίδευση της οποίας τυγχάνουν οι ανιχνευτές ταλέντων είναι μια από τις εξηγήσεις για αυτό που συμβαίνει στην Αγγλία στη διάρκεια της τελευταίας 5ετίας, από τον Δεκέμβριο του 2014, όταν μπήκε σε εφαρμογή το “England DNA” project, το οποίο έβαλε νέες προδιαγραφές στην φιλοσοφία παιχνιδιού και στη φιλοσοφία της προπονητικής για τις ομάδες της Αγγλίας με όραμα την ανάδειξη ποδοσφαιριστών και την στελέχωση των εθνικών ομάδων. Οι Αγγλοι νοιάστηκαν, μελέτησαν, ανέλυσαν και κατέληξαν στον επαναπροσδιορισμό του ποδοσφαίρου τους από τη βάση. Ανέλυσαν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, το “ποιοι είμαστε”, το “πώς παίζουμε”, οραματίστηκαν το μέλλον τους ορίζοντας το προφίλ του μελλοντικού Αγγλου ποδοσφαιριστή και κάπως έτσι έφτασαν στο πώς πρέπει να τον προπονούν, πώς να τον ανατρέφουν και πώς να τον υποστηρίζουν. Κι όλα αυτά βασίστηκαν στην αναγνώριση της πραγματικότητας, δηλαδή πάνω στην παραδοχή ότι το περιβάλλον επηρεάζει πολύ τον εκκολαπτόμενο ποδοσφαιριστή.

Πίσω στην Ελλάδα βλέπω και ακούω ιστορίες παιδιών που πιέζονται από προπονητές επειδή η ομάδα έχασε στο τελευταίο παιχνίδι, παιδιών που δεν παίρνουν ευκαιρίες επειδή δεν έχουν ψηλώσει ή δεν έχουν δυναμώσει όσο άλλα, παιδιών που παίζουν ή δεν παίζουν επειδή ο μπαμπάς πρήζει ή δεν πρήζει τον προπονητή, επειδή έχουν ή δεν έχουν “γνωστό”, επειδή πλήρωσαν ή δεν πλήρωσαν, επειδή… Και όλα αυτά δεν τα ακούω μόνο σχετικά με την ακαδημία της “γειτονιάς”, αλλά και για τις ακαδημίες μεγάλων συλλόγων.

Ολο αυτό στα δικά μου μάτια είναι πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από οποιοδήποτε πρόβλημα από αυτά που απασχολούν το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Δεν πρόκειται καν για προβλήματα του ποδοσφαίρου· είναι μεγάλα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Διότι ο μικρόκοσμος της ακαδημίας είναι, στο μυαλό των παιδιών, όχι άδικα, μια προβολή του κανονικού ελληνικού κόσμου. Δεν ανατρέφονται μόνο ως ποδοσφαιριστές, ως αθλητές, ή ως φίλαθλοι· ανατρέφονται ως άνθρωποι και πολίτες της χώρας. Και διδάσκονται με παραστάσεις στυγνού ανταγωνισμού, φανατικού πρωταθλητισμού, διαφθοράς, κακής συμπεριφοράς, λεκτικής και πραγματικής βίας.

Οι συνθήκες δεν είναι πουθενά ιδανικές. Ούτε φυσικά στην Αγγλία. Μου έχει τύχει όμως αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν να συναναστραφώ Ελληνες που εργάζονται ως προπονητές υποδομής σε αγγλικές ακαδημίες και να συγκρίνω τα όσα αποκομίζω με αυτά που ακούω και αντιλαμβάνομαι μέσα από την συναναστροφή με Ελληνες που εργάζονται ως προπονητές υποδομής στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Η κύρια, η χαοτική διαφορά κρύβεται στην τεχνογνωσία και τις αντιλήψεις των διοικήσεων των ομοσπονδιών και φυσικά, κατά συνέπεια, στη λειτουργία και τη δράση των ομοσπονδιών.
Οι Αγγλοι νοιάζονται, και γι’ αυτό στην αγγλική ομοσπονδία βρίσκονται επιστήμονες που νοιάζονται και ενεργούν.
Στην Αγγλία αρκεί μια καταγγελία ότι ένας ανιχνευτής ταλέντων έπιασε στο πάρκινγκ του γηπέδου μια οικογένεια ανήλικου ποδοσφαιριστή για κουβέντα δίχως προηγουμένως να έχει δώσει την προειδοποίηση των επτά ημερών στον σύλλογο του ποδοσφαιριστή, για να αφαιρεθεί η άδεια του ανιχνευτή και να τιμωρηθεί μαζί του και ο σύλλογος για λογαριασμό του οποίου ενήργησε ή εργάζεται.

Στην Ελλάδα απλώς δεν λειτουργεί τίποτα. Τα οράματα είναι η ΚΕΔ, το VAR, ο VAR, η σύσταση της Επιτροπής Δεοντολογίας, η σύσταση της Πειθαρχικής Επιτροπής, όλα αυτά τα αυθεντικά και ουσιαστικά ποδοσφαιρικά ζητήματα. Και όλα αυτά τα κρύβουμε κάτω από το χαλί της πρόσληψης ακόμη ενός Φαν’τ Σιπ που θα μας φτιάξει μια Εθνική Ομάδα που θα πετάει…

Είναι αμέτρητα τα μεγάλα προβλήματα στη βάση του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Οσο επιμένουμε να μην αντιλαμβανόμαστε ότι αυτά είναι προβλήματα που καθορίζουν την νοοτροπία και τελικά την ποιότητα των αντιλήψεων των εκκολαπτόμενων πολιτών της χώρας, δεν θα συμβαίνει απλώς να βγάζουμε λίγους ή μέτριους ποδοσφαιριστές. Θα συνεχίσουμε να παράγουμε και χαλασμένα μυαλά και ελαττωματικές προσωπικότητες.