Ελληνική Παιδεία: Ακριβή για τους γονείς, πάμπτωχη σε αποτελέσματα

252

Σε τι κατάσταση βρίσκεται σήμερα η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα;

Για να το μάθουμε, συμβουλευτήκαμε τις σημαντικότερες μελέτες και μετρήσεις αρμόδιων φορέων και οργανισμών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ένα θέμα που πρότειναν οι αναγνώστες του inside story.

Μετά από έξι μήνες με workshops, συναντήσεις και newsrooms, οι ιστορίες που προέκυψαν από συνδρομητές και αναγνώστες του inside story στο πλαίσιο του #YourStory3#YourStory3: Πες μας τι θέλεις να μάθεις δημοσιεύονται. Οι δύο εβδομάδες από 23 Σεπτεμβρίου μέχρι και 4 Οκτωβρίου είναι αφιερωμένες σε αυτές, καθώς καθημερινά θα δημοσιεύεται από μία. Σήμερα παρουσιάζεται η ένατη ιστορία, που ήταν μια ιδέα της αναγνώστριας του inside story Ναταλίας Καραπαναγιώτη.


 

Όταν μιλάμε στην Ελλάδα για δαπάνες παιδείας, αυτό που δεν κατανοούμε είναι πως μιλάμε απλά για κάλυψη δαπανών μισθοδοσίας εκπαιδευτικών. Ούτε ένα ευρώ δεν περισσεύει –στην κυριολεξία σε κάποιες βαθμίδες– για λειτουργικά έξοδα, κατάρτιση, άλλες δημιουργικές δράσεις ή υποδομές. Εν αντιθέσει με τα κράτη που πρωτεύουν στις «λίστες» της παγκόσμιας κατάταξης για τις επιδόσεις των μαθητών, όπου για τέτοια έξοδα δαπανάται το ήμισυ του προϋπολογισμού για την παιδεία.

Αλλά και οι γονείς από την πλευρά τους δίνουν πάρα πολλά χρήματα για να μάθουν τα παιδιά τους γράμματα, ή απλά για να υποκαταστήσουν (εν μέρει) αυτά που δεν παρέχει το κράτος. Δίνουν τα πιο πολλά, αναλογικά με το εισόδημά τους, ανά την ΕΕ.

Το ποιοτικό αποτέλεσμα των επιδόσεων των μαθητών είναι πενιχρό, σύμφωνα με τις εκθέσεις για την εκπαίδευση που είδαν και πάλι τις τελευταίες μέρες το φως της δημοσιότητας και δείχνουν την αδυναμία των μαθητών-μαθητριών στην Ελλάδα να αναπτύξουν (έστω βασικές) δεξιότητες, αλλά και να ξεφύγουν από τη δίνη του αναλφαβητισμού.

[Γιάννης Σπυρούνης/ilialive.gr/Eurokinissi]

Προφανώς το πρόβλημα της ελληνικής παιδείας δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πολυσύνθετο, είναι χρόνιο και απλά επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Είναι δεδομένο επίσης ότι το ζήτημα ξεπερνά τα όρια μιας δημοσιογραφικής έρευνας. Γι’ αυτό στραφήκαμε σε μια πληθώρα μετρήσεων και μελετών αρμόδιων φορέων σε Ελλάδα και εξωτερικό. Στο επίκεντρο της έρευνάς μας βάλαμε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς είναι η βαθμίδα με την οποία κρίνεται ο μαθητικός κόσμος στη διεθνή κατάταξη επιδόσεων. Επίσης, αποτελεί την πύλη που οδηγεί τα παιδιά είτε στην στα Πανεπιστήμια. Ωστόσο η πολυπόθητη είσοδος στο πανεπιστήμιο έχει στη χώρα μας αμφίβολη αποτελεσματικότητα, μιας και τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι στην Ελλάδα οι ενήλικες με πτυχίο ή Μάστερ έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ είτε στο απολυτήριο, ώστε να βγουν στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία.

Όμως παρά τη σπουδαιότητά της, σύμφωνα με τα στοιχεία βρίσκεται στην πιο δυσχερή θέση από οικονομικής άποψης από όλο το φάσμα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Σταθερά κάτω από τον μέσο όρο

Τα ελληνικά σχολεία δεν κατέλαβαν ποτέ μία θέση ανάμεσα στα καλύτερα της Ευρώπης – παρά το γεγονός ότι οι διακρίσεις Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό ήταν πάντα ηχηρές.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η θέση του ελληνικού δημόσιου σχολείου χειροτέρευσε. Και ότι οι προοπτικές για ένα καλύτερο μέλλον δεν έχουν δημιουργηθεί. Οι τελευταίες έρευνες για την παιδεία επιβεβαιώνουν αυτό που είναι ήδη γνωστό: πως το μοντέλο εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν αποδίδει. Οι έφηβοι βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης από άποψη επιδόσεων σε βασικές δεξιότητες, ενώ το «φάντασμα» του αναλφαβητισμού πλανάται πάνω από τους νέους.

[Στέλιος Μίσινας/Eurokinissi]

Η πιο αντιπροσωπευτική έρευνα είναι αυτή που διεξάγει ο ΟΟΣΑ, με τελευταία ευρήματα αυτά του 2015 (πρόκειται για τη γνωστή PISAPISA). Αν και πάντα η Ελλάδα βρισκόταν σε μία από τις πιο χαμηλές βαθμίδες, οι δείκτες επιδόσεωνPISA 2015 results in focus στις πιο βασικές κατηγορίες τα τελευταία χρόνια χειροτερεύουν. Και τούτο σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία.

Τα παιδιά στην Ελλάδα στην ηλικία των 15 ετών, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, λαμβάνουν βαθμολογία κάτω από τον μέσο όρο. Οι «πρώτοι» είναι οι μαθητές από την Σιγκαπούρη και από την Ιαπωνία. Ανάμεσα στα κράτη της ΕΕ, τα πρωτεία σε επιδόσεις έχουν οι μαθητές από την Εσθονία, τη Φινλανδία, και μετά –με διαφορά– από τη Βρετανία, τη Γερμανία και την Ολλανδία.

Τα στοιχεία της έρευνας του ΟΟΣΑ επικαλείται και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην νέα της Έκθεση Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης και Κατάρτισης 2019Έκθεση παρακολούθησης της εκπαίδευσης και κατάρτισης 2019 Ελλάδα | Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ποσοστό ατόμων ηλικίας 15 ετών με χαμηλές επιδόσεις
Μάθημα

Ελλάδα

Μέσος όρος ΕΕ

2009

2018

2009

2018

Ανάγνωση

21,3%

27,3%

19,5%

19,7%

Μαθηματικά

30,4%

35,8%

22,3%

22,2%

Φυσικές επιστήμες

25,3%

32,7%

17,7%

20,6%

 

Για την Ελλάδα είναι προς το παρόν άπιαστο όνειρο ο στόχος του να μειωθεί κάτω από το 15% το ποσοστό των 15χρονων με χαμηλές επιδόσεις σε ανάγνωση, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά από το 2009 έως το 2015 η κατάσταση επιδεινώθηκε. Μία ευκαιρία για έναν απολογισμό της πορείας της παιδείας και τα χρόνια της μεγάλης κρίσης θα έχουμε στις 3 Δεκεμβρίου 2019, όταν θα ανακοινωθεί η PISA 2019 με τα νεότερα στοιχεία. Η νέα μεθοδολογία του PISA αναμένεται επίσης να περιλαμβάνει αξιολόγηση σχετικά με τις νέες δεξιότητεςΤι πρέπει να ξέρουν τα παιδιά για να πετύχουν;, στις οποίες πιθανόν η Ελλάδα να είναι σε ακόμα χειρότερη κατάσταση δεδομένου του απαρχαιωμένου συστήματός της.

Οι λειτουργικά αναλφάβητοι Έλληνες

Τα ευρήματα της μελέτης PISA συμπληρώνονται από την Ετήσια ΈκθεσηΕτήσια Έκθεση της Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε 2019 της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε). Αυτή καταγράφει τις χαμηλές βαθμολογίες των παιδιών, που συνεπάγεται ότι έχουν αυξημένες πιθανότητες να παραμείνουν λειτουργικά αναλφάβητα. Δίνει έμφαση στους μαθητές της Γ’ Γυμνασίου, καθώς με αυτήν την τάξη όπως αναφέρει «ολοκληρώνεται η υποχρεωτική εκπαίδευση»:

Ποσοστά μαθητών της Γ’ Γυμνασίου κατά το σχολικό έτος 2015-16 σε συγκεκριμένα μαθήματα που έχουν αυξημένη πιθανότητα να είναι λειτουργικά αναλφάβητοι
Γ’ Γυμνασίου 2015-16
Μάθημα Βαθμός ≤ 9 Βαθμός ≤ 10
Γλωσσική Διδασκαλία 1,7% 9,4%
Μαθηματικά 1,1% 20,7%
Φυσική 0,5% 15,7%
Βιολογία 0,3% 12,1%
Χημεία 0,3% 13,2%
Ιστορία 0,4% 13,1%
Πληροφορική 0,3% 2,1%

 

Η ΑΔΙΠΠΔΕ ζητά να ευαισθητοποιηθεί η εκπαιδευτική πολιτική, το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί «έναντι των αυξημένων πιθανοτήτων μεγάλα ποσοστά μαθητών να μην κατακτήσουν τη σχολική γλώσσα, με αποτέλεσμα να δυσκολευτούν ή και να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους και να παραμείνουν ως ενήλικοι λειτουργικά αναλφάβητοι. Ο έγκαιρος εντοπισμός αυτών των μαθητών και η κατάλληλη διδακτική προσέγγιση αποτελούν τη μόνη ελπίδα για την πρόληψη του εν λόγω φαινομένου».

Εξηγεί ακόμα ότι «επιβάλλεται όλοι οι εμπλεκόμενοι να εντάξουν στους άμεσους στόχους τους την πρόληψη του λειτουργικού αναλφαβητισμού (functional Illiteracy)»

Ο τρόπος είναι η συστηματική ανάπτυξη του λεγόμενου «γλωσσικού εγγραμματισμού» στο πλαίσιο του σχολείου. Δηλαδή το σχολείο θα πρέπει να αξιοποιεί ειδικών προδιαγραφών κείμενα στα εκπαιδευτικά εγχειρίδια.

[Στέλιος Μίσινας/Eurokinissi]

Τα λεφτά που δίνει το κράτος πάνε μόνο για μισθούς

Σε κανένα άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει το εξής ακραίο φαινόμενο: Το 100% των δαπανών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για την παιδεία να πηγαίνει αποκλειστικά για μισθούς των καθηγητών. Και τούτο σε βάρος άλλων κατηγοριών δαπανών.

Ας δούμε τα οικονομικά στοιχεία από την αρχή. Σύμφωνα με έκθεση του ΙΟΒΕ Εκπαίδευση στην Ελλάδα: Κρίση και εξέλιξη της δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης (Εκπαίδευση στην Ελλάδα: Κρίση και εξέλιξη της δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης), «ύστερα από μια περίοδο σημαντικής επέκτασης της δημόσιας εκπαιδευτικής δαπάνης, το ξέσπασμα της κρίσης οδήγησε σε σημαντικές περικοπές, με αποτέλεσμα η συνολική δημόσια εκπαιδευτική δαπάνη, σε πραγματικές τιμές, να επανέλθει το 2016 στα επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του 2000 ως ποσοστό του ΑΕΠ και ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης της Γενικής Κυβέρνησης».

[Τατιάνα Μπόλαρη/Eurokinissi]

Στην Ελλάδα το μερίδιο της εκπαίδευσης στη συνολική δημόσια δαπάνη διαμορφώνεται στο 8,6% του συνόλου. Στην ΕΕ, η αντίστοιχη δαπάνη για την εκπαίδευση είναι υψηλότερη διαχρονικά στο σύνολο των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, φτάνοντας στο 10,2% το 2016.

Το ζήτημα είναι ότι η μείωση των δαπανών στην Ελλάδα περιόρισε τα χρήματα που δίνει το κράτος στο απόλυτα αναγκαίο: τους μισθούς των εκπαιδευτικών. Αυτή αποτελούσε διαχρονικά την κύρια δαπάνη της εκπαίδευσης, μόνο που συνιστά πλέον το 79% του συνόλου (και στις τρεις βαθμίδες). Το μεγάλο θύμα είναι η δευτεροβάθμια, καθώς εκεί καταγράφεται η πιο μεγάλη μείωση δαπανών, της τάξης του 25%. Ως αποτέλεσμα, το 100% της δαπάνης οδεύει για μισθούς.

Τι συμβαίνει σε άλλα κράτη, ειδικά σε αυτά που «πρωτεύουν» στην κατάταξη του ΟΟΣΑ;

Στη Φινλανδία, σε μισθούς οδεύει μόνο το 52% των δημοσίων δαπανών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το 68% στην Εσθονία και το 58% στη Βρετανία. Τα υπόλοιπα λεφτά πάνε σε υποδομές, σε λειτουργικές δαπάνες, σε κοινωνικές παροχές και άλλες δράσεις στα σχολεία.

Στην Ελλάδα η πενία δημόσιας δαπάνης οδηγεί μοιραία σε ελάχιστες δυνατότητες για άλλες δαπάνες, από τις «βασικές» της θέρμανσης και της αρτιότητας των σχολικών μονάδων, έως την υλικοτεχνική υποδομή, τις δράσεις κατάρτισης των εκπαιδευτικών και βεβαίως την προσπάθεια για μία καλύτερη εκπαιδευτική διαδικασία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί Education and Training Monitor 2019 | European Commission ότι σε πραγματικούς (προσαρμοσμένους με βάση τον πληθωρισμό) όρους, οι δαπάνες για την εκπαίδευση έχουν μειωθεί κατά 2,1% από το 2016 και σωρευτικά κατά 14,3% από το 2010. Η μεγαλύτερη μείωση (25,8%) αφορούσε την «ενδιάμεση ανάλωση», δηλαδή τα υλικά διδασκαλίας, τη θέρμανση και την ηλεκτρική ενέργεια. Ακολούθησαν οι «ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου» (-20,4%), π.χ. επενδύσεις σε υπολογιστές, κτίρια κ.λπ.

Μείωση εκπαιδευτικών

Στην έκθεση της Επιτροπής γίνεται ειδική αναφορά στους καθηγητές και τους δασκάλους. Επισημαίνεται ότι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού είναι πολύ ελκυστικό στην Ελλάδα, αλλά παρατηρείται έλλειψη ευκαιριών και κινήτρων για τη βελτίωση του επαγγελματισμού των εκπαιδευτικών. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση είναι χαμηλότερες από τις αντίστοιχες των περισσότερων χωρών της ΕΕ και αφορούν σε μεγάλο βαθμό τους μισθούς. Επισημαίνεται επίσης ότι οι μισθοί των εκπαιδευτικών υπέστησαν περικοπές έως 28% σε πραγματικούς όρους (προσαρμοσμένους με βάση τον πληθωρισμό) μεταξύ 2009 και 2017.

[Γεωργία Παναγοπούλου/Eurokinissi]

Ενδιαφέρον είναι όμως ότι η πτώση της απασχόλησης στην εκπαίδευση δεν ήταν οριζόντια. Παρατηρήθηκε ροή δασκάλων στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (λόγω του ολοήμερου σχολείου και των άλλων αναγκών που καλύφθηκαν τα προηγούμενα χρόνια).
Και σε αυτή την περίπτωση, η μεγάλη απώλεια εργαζομένων σημειώθηκε στην δευτεροβάθμια.

Ακριβή η παιδεία για τους Έλληνες οικογενειάρχες

Η έλλειψη κρατικού χρήματος συνδυάζεται με μία άλλη πληγή: την ιδιωτική δαπάνη για παιδεία, η οποία επίσης χτυπάει «κόκκινο». Και τούτο καθώς η μέση οικογένεια προσπαθεί να καλύψει με δικά της χρήματα τα κενά του συστήματος εκπαίδευσης. Δηλαδή με φροντιστήρια, με ιδιαίτερα μαθήματα, με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και με άλλες δραστηριότητες.
Ποσοστιαία (%) κατανομή μέσης μηνιαίας δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιμές) για αγαθά και υπηρεσίες σε χώρες της Ευρώπης
Κράτος Γερμανία Ελλάδα Ιταλία Σερβία Ισπανία Ηνωμένο Βασίλειο Φινλανδία
Ποσοστό 0,7% 3,2% 0,8% 1,5% 1,5% 1,4% 0,2%
Πηγή: στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ

 

Οι δαπάνες για εκπαίδευση κυμαίνονται από το 0,2% του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών στην Φινλανδία, έως το 3,2% στην Ελλάδα (σ.σ. ανάλογα υψηλές είναι και οι ιδιωτικές δαπάνες για υγεία στη χώρα μας). Σύμφωνα και με την νέα Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2018 – Δελτίο Τύπου ΕΛΣΤΑΤ, σε κανένα κράτος της ευρωζώνης γενικά δεν υπάρχει αντίστοιχο με το ελληνικό κόστος. Ειδικά στα κράτη τα οποία φημίζονται για την ποιότητα στο εκπαιδευτικό τους σύστημα, όπως είναι για παράδειγμα η Φινλανδία, η Σουηδία, η Βρετανία, η ιδιωτική δαπάνη τείνει στο μηδέν.

Θα στρέψουμε και πάλι τα «φώτα» στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως μία χαρακτηριστική βαθμίδα. Και τούτο γιατί τα στοιχεία δείχνουν ότι σε αυτήν οδεύει το ήμισυ των χρημάτων των νοικοκυριών. Πάνω από 2,1 δισ. ευρώ ετησίως στοιχίζει η ιδιωτική δαπάνη (επίσημη και άδηλη) για παιδεία, εκ των οποίων τα μισά (πάνω από 1 δισ. ευρώ) καταλήγουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ.

Στην ίδια βαθμίδα, πολύ μικρό μέρος της δαπάνης πηγαίνει σε ιδιωτικά σχολεία (το 6% του συνόλου για γυμνάσιο και λύκειο), ενώ το μεγαλύτερο πηγαίνει σε φροντιστήρια (το 37%), σε ιδιαίτερα (το 20%), σε ξένες γλώσσες (30%) και σε άλλες δραστηριότητες.

Τα ποσά της ιδιωτικής δαπάνης σε ευρώ

Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurostat (με στοιχεία 2017), στην Ελλάδα αναλογούν 688 ευρώ ετήσιας δαπάνης ανά νοικοκυριό (έχει δεν έχει παιδιά) για την ιδιωτική παιδεία. Το ποσό είναι υψηλό και σε άλλα κράτη όπως η Εσθονία, η Ιρλανδία ή η Κύπρος (σ.σ. δεν υπάρχει όμως ανάλυση για ό,τι αφορά σε ιδιωτικά σχολεία). Πάντως σε κράτη όπως για παράδειγμα η Φινλανδία ή η Σουηδία (που θεωρούνται «πρότυπα» αλλά και εύπορες χώρες), η δαπάνη είναι ελάχιστη: μόνο 46 ευρώ τον χρόνο.

Στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η «ψαλίδα» είναι πιο μεγάλη. Η κάθε οικογένεια στην Ελλάδα δαπανά 352 ευρώ, έναντι 10 ευρώ στην Φινλανδία, 86 ευρώ στη Βρετανία, και 16 ευρώ στην Ολλανδία.

Δαπάνη για ιδιωτική παιδεία ανά νοικοκυριό σε μονάδες αγοραστικής δύναμης
Σύνολο Δευτεροβάθμια
Κύπρος 1.605 445
Ελλάδα 688 352
Μάλτα 778 172
Τουρκία 492 138
Ιρλανδία 776 110
Ην. Βασίλειο 378 86
Λουξεμβούργο 388 70
Ισπανία 419 64
Πορτογαλία 559 57
Αυστρία 385 41
ΕΕ28 263 41
Ευρωζώνη (19 χώρες) 288 40
Ιταλία 177 38
Σουηδία 46 34
Σλοβενία 224 31
Σλοβακία 132 29
Νορβηγία 84 17
Ολλανδία 427 16
Πολωνία 166 15
Κροατία 172 11
Φινλανδία 46 10
Ουγγαρία 119 9
Τσεχία 92 9
Βουλγαρία 58 7
Σερβία 147 6
Λετονία 170 5
Κόσοβο 73 4
Εσθονία 188 2
Λιθουανία 100 2
Ρουμανία 39 2
Μαυροβούνιο 341 0
Γερμανία 261 0
Βέλγιο 173 0
Βόρεια Μακεδονία 54 0
Πηγή: Eurostat

 

Σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ, η μεγαλύτερη κατηγορία δαπάνης των νοικοκυριών για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τα φροντιστήρια, σημείωσε πολύ μικρότερη πτώση από άλλες (από το 2008 μέχρι το 2016), συγκεκριμένα πέφτοντας από τα 651 εκατ. ευρώ το 2008 στα 389,7 εκατ. ευρώ το 2016. Επιπλέον, η συγκεκριμένη δαπάνη είχε αυξηθεί σημαντικά, κατά 12%, από το 2004 στο 2008.

Συνολικά, επισημαίνεται από τον ΙΟΒΕ ότι στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παρά τη σημαντική συνολική μείωση που σημειώθηκε στο σύνολο της ιδιωτικής δαπάνης (κατά 730 εκατ. ευρώ, από 1.772,3 εκατ. το 2008 σε 1.048,5 εκατ. το 2016), τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα διατήρησαν το μερίδιό τους στο σύνολο (με 37% και 20% αντίστοιχα), ενώ αντίθετα οι ξένες γλώσσες το αύξησαν (από 26% το 2008 σε 30% το 2016) και οι δαπάνες για ιδιωτικό λύκειο το μείωσαν (από 7% σε 6%).

Οι δαπάνες για ξένες γλώσσες, καθώς και εκείνες για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα στη μέση εκπαίδευση, παρά τη συνολική τους μείωση, δείχνουν λιγότερο ελαστικές από τις δαπάνες για ιδιωτικό σχολείο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καταλήγει ο ΙΟΒΕ.

Ούτε χρήματα για προσαρμογή στη ψηφιακή εποχή

Στην έκθεση της Επιτροπής αναφέρεται και το εξής παράδοξο. Ενώ ένα μεγάλο μέρος της σχολικής ύλης είναι ψηφιακό στα ελληνικά δημόσια σχολεία, η ψηφιακή εκπαιδευτική διαδικασία είναι πολύ πίσω σε σχέση με τα άλλα κράτη μέλη.

Το ψηφιακό σχολείο δεν έχει γίνει ακόμη πραγματικότητα και οι ψηφιακές δεξιότητες δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στην Ελλάδα, αναφέρει η Κομισιόν.
Εξηγεί ότι «τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί εντυπωσιακή ποσότητα ψηφιακού εκπαιδευτικού υλικού στην Ελλάδα και η τεχνολογία των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) συμπεριλαμβάνεται στα προγράμματα σπουδών όλων των επιπέδων». Επίσης, υψηλή ευρυζωνική ταχύτητα (>100 mbps) παρέχεται στο 11% των ελληνικών σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, στο 15% της κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στο 19% της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. «Ωστόσο, υπάρχουν εμπόδια σε επίπεδο υποδομής, τα οποία σχετίζονται με τη συνδεσιμότητα και τον σύγχρονο εξοπλισμό. Το ποσοστό των σχολείων που λαμβάνουν ισχυρή στήριξη όσον αφορά την ψηφιακή εκπαίδευση είναι χαμηλότερο στην Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο». Αυτό σημαίνει ότι «οι ψηφιακά καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί είναι ακόμη πιθανό να αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη χρήση των δεξιοτήτων τους στην αίθουσα διδασκαλίας».

[Λυδία Σιώρη/Eurokinissi]

Σημειώνεται ότι φτάνει στο 46% το ποσοστό των Ελλήνων που ανέφεραν ότι διαθέτουν τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες, κατατάσσοντας τη χώρα στην 25η θέση στην ΕΕ. Η Ελλάδα διαθέτει τον μικρότερο αριθμό ειδικών των Τεχνολογιών Πληροφορικής (ΤΠΕ), το ποσοστό των οποίων είναι 1,4% «παρά την αναμενόμενη ανάγκη για προηγμένες ψηφιακές δεξιότητες».

Επίσης επικρίνεται το γεγονός ότι στις θετικές επιστήμες, «ένα εντυπωσιακό ποσοστό ύψους 50% των μαθητών ηλικίας 15 ετών στην Ελλάδα αναφέρουν ότι δαπανούν ελάχιστο ή καθόλου χρόνο για πρακτικά πειράματα στο εργαστήριο».

Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και με ανάγκη για ειδική αγωγή

Μία άλλη «επίπτωση» των χαμηλών δαπανών αφορά στα παιδιά που έχουν ανάγκη από ειδική αγωγή ή με ειδικές ανάγκες. Η περσινή έκθεση της Επιτροπής για την παιδεία εξηγούσε ότι στην Ελλάδα «η ειδική αγωγή αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις.

Τα άτομα με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να περιοριστούν στο επίπεδο χαμηλότερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης απ’ ό,τι ο μέσος όρος της ΕΕ (42,8% έναντι 34,8%)». Μόνο το 14,9% αποφοιτά από την ανώτερη δευτεροβάθμια και μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, έναντι μέσου όρου 21,3% στην ΕΕ.

[Στέλιος Μίσινας/Eurokinissi]

Το σχολικό έτος 2017/2018, από τους 75.680 μαθητές που αναγνωρίστηκαν επισήμως ως έχοντες ειδικές ανάγκες, οι περισσότεροι συμπεριλήφθηκαν στα κανονικά σχολεία, ενώ μόνο 10.883 τοποθετήθηκαν σε ειδικά σχολεία, ελλείψει θέσεων.
Αναφορά γίνεται και στην αναμονή έως και τρία έτη για τη διάγνωση ειδικών αναγκών, «που αφήνει πολλά παιδιά χωρίς έγκαιρη θεραπευτική και/ή μαθησιακή υποστήριξη» αλλά και στα δύο τρίτα των εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής που έχουν συμβάσεις αναπληρωτή, «οπότε δεν υπάρχει συνέχεια στην υποστήριξη, η οποία είναι καίριας σημασίας για τη συγκεκριμένη ευάλωτη ομάδα».

Το σήμα κινδύνου λόγω γήρανσης του πληθυσμού και υπογεννητικότητας

Το Συμβούλιο της ΕΕ απηύθυνε φέτος ειδική σύσταση στην Ελλάδα, με την οποίαν την καλούσε να προβεί σε επενδύσεις στην εκπαίδευση και στις δεξιότητες, εξηγώντας ότι ο αριθμός των μαθητών σχολείου στην Ελλάδα ενδέχεται να μειωθεί σχεδόν κατά ένα πέμπτο εντός των επόμενων 20 ετών.

Εκτιμάται ότι το ποσοστό των παιδιών ηλικίας 3-18 ετών θα συρρικνωθεί κατά 12% έως το 2030 και σχεδόν κατά 20% έως το 2040.

[Γιάννης Σπυρούνης/ilialive.gr/Eurokinissi]

Η αρνητική αυτή πρόβλεψη σημαίνει –κατά την Κομισιόν– ότι υπάρχει μια ευκαιρία με τα ίδια χρήματα να βελτιωθεί η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Υπάρχει όμως και ένας τεράστιος κίνδυνος. Η υπογεννητικότητα είναι ένας από τους λόγους που το ΔΝΤ προβλέπει Ελλάδα: Δήλωση Συμπερασμάτων της Αποστολής του ΔΝΤ του Άρθρου 4 για το 2019 | ΔΝΤ ρυθμό ανάπτυξης κάτω του 1% μακροχρόνια.
Δηλαδή, ο επόμενος κίνδυνος μετά το brain drain είναι η φυσική μείωση του εργατικού δυναμικού.
Άρα, όχι μόνο για προφανείς κοινωνικούς αλλά και για οικονομικούς λόγους, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η μόρφωση των μαθητών στην Ελλάδα, έχει όλο και πιο μεγάλη σημασία για όλους.

Πηγή