Ένας στους δέκα παίζει μπάλα ερασιτεχνικά

467

Διαχρονικά η ΕΠΟ είναι εγκλωβισμένη στις επιθυμίες των μεγαλοπαραγόντων των ΠΑΕ που την ελέγχουν. Οι… βαρόνοι της μπάλας ενδιαφέρονται μόνο για τους τίτλους που θα κατακτήσουν οι ομάδες τους, την ώρα που το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο πορεύεται χωρίς πυξίδα.

Ωστόσο εδώ και μερικούς μήνες κάτι πάει να αλλάξει. Σε εξέλιξη βρίσκεται μια έρευνα για την ανάπτυξη και προώθηση του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου στην Ελλάδα. Τα νήματα της έρευνας κινεί το Ινστιτούτο Ερασιτεχνικού Ποδοσφαίρου (ΙΕΠ) υπό την προεδρία του Νίκου Τζώρτζογλου και απώτερος στόχος της είναι η συνεχής συγκέντρωση, ανάλυση και επεξεργασία δεδομένων μέσω των οποίων, με τη στενή συνεργασία όλων των τμημάτων της ΕΠΟ, να είναι σε θέση να συνδράμει στη σύνταξη βιώσιμων, ρεαλιστικών και υλοποιήσιμων προτάσεων για την αναβάθμιση του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου στη χώρα μας.

Το ΙΕΠ προχώρησε ήδη στη σύνταξη μιας μελέτης που αποτελεί την πρώτη προσπάθεια προσέγγισης και χαρτογράφησης των δυνατοτήτων, των αναγκών και των προοπτικών του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου, το οποίο, όπως αναφέρει ο συντονιστής της έρευνας Σπύρος Κοκολάκης, «αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο πυλώνα ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών παγκοσμίως, λειτουργώντας ως ένα εργαλείο υποβοήθησης για την επίτευξη αποτελεσμάτων σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η οικονομία, η κοινωνική ενσωμάτωση, το “ευ αγωνίζεσθαι”, συνδέοντας το άτομο με την κοινωνία αλλά και την κοινωνία με το άτομο μέσω μιας ιδιαίτερης σχέσης που μόνο μέσω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του το ποδόσφαιρο μπορεί να παρέχει».

Η μελέτη έχει σκοπό να δώσει μια αρχική εικόνα των δεδομένων που καθορίζουν το ερασιτεχνικό ποδοσφαιρικό οικοσύστημα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις της συνδιαμόρφωσης και του συσχεδιασμού που θα επιτρέψουν στις ΕΠΣ, ανεξάρτητα από το μέγεθος και την οργανωτική ετοιμότητα της καθεμιάς (5 από τις 53 δεν συνεργάστηκαν στην έρευνα), να βοηθηθούν για την ποιοτική αναβάθμιση του αθλήματος.

Ενδεικτικά, στη μελέτη του ΙΕΠ έγινε μια πρώτη καταγραφή των οφελών που θα έχουν τα σωματεία:

  • Θα χτίσουν τοπικές και διατοπικές σχέσεις, προσελκύοντας και διατηρώντας πιθανούς χορηγούς και συνεργάτες.
  • Θα προχωρήσουν σε δράσεις και σχεδιασμό για την ανάπτυξη των αθλητικών τους χώρων και θα αποκτήσουν επιχειρηματική διορατικότητα και τεχνογνωσία.
  • Θα υπάρξει αύξηση της βάσης των φιλάθλων και των εσόδων μέσω αυξημένης προσέγγισης.
  • Θα δημιουργηθεί εμπορικό σήμα και αύξηση της φήμης του συλλόγου.
  • Θα υπάρξει αναγνώριση για υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική.
  • Θα καταλάβουν ηγετική θέση στην αναγέννηση της κοινότητας στην οποία δραστηριοποιούνται.

Ανδροκρατία

Αναλύοντας με βάση τα στατιστικά στοιχεία τη γενική εικόνα του καταγεγραμμένου πληθυσμού 10 έως 80 ετών σε άντρες – γυναίκες (τα στοιχεία βασίστηκαν στην τελευταία απογραφή του 2011) προκύπτει ότι το 4,48% ασχολείται ενεργά με το ποδόσφαιρο μέσω των ερασιτεχνικών πρωταθλημάτων των ποδοσφαιρικών ενώσεων. Το ποσοστό αυτό θα διαφοροποιούνταν αρκετά εάν υπολογιζόταν και το ποσοστό συμμετοχής της ηλικιακής κατηγορίας 5 έως 9 ετών, όπως επίσης κι αν ήταν υποχρεωτική η έκδοση δελτίου αθλητικής ιδιότητας στις ηλικιακές κατηγορίες 10 έως 14 ετών για τη συμμετοχή τους στα πρωταθλήματα ακαδημιών που διοργανώνουν οι ΕΠΣ.

Από την ανάλυση των στατιστικών

στοιχείων προκύπτει ότι οι ηλικιακές ομάδες 10-14, 15-19 και 20-24 αποτελούν τον πυρήνα του αγωνιστικού ποδοσφαίρου, μια που από αυτές τις ηλικίες πρέπει να στελεχωθούν και τα εθνικά αντιπροσωπευτικά μας συγκροτήματα.

Το ποσοστό συμμετοχής στα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα των ΕΠΣ έχει αρχίσει σταδιακά να μειώνεται λιγότερο στις ηλικιακές κατηγορίες 25-29 (8,26%) και 30-34 (7,19%), ενώ στην ηλικιακή κατηγορία 35-39 το ποσοστό συμμετοχής κυμαίνεται στο 5,87%.

Ο αντρικός πληθυσμός της ηλικιακής ομάδας 10-80 στη χώρα μας είναι 4.571.830 και στην ΕΠΟ είναι καταγεγραμμένοι 406.655 ποδοσφαιριστές! Πρακτικά το νούμερο αυτό σημαίνει ότι το 8,89% ασχολείται ενεργά με το ποδόσφαιρο μέσω των ερασιτεχνικών πρωταθλημάτων των ΕΠΣ. Δηλαδή περίπου ένας στους δέκα άντρες κλοτσάει μπάλα.

Το ποσοστό αυξάνεται κατακόρυφα για την ηλικιακή κατηγορία 15-19 στους άντρες.
Από τα στοιχεία που προκύπτουν από την ΕΛΣΤΑΤ, ο αντίστοιχος πληθυσμός στην Ελλάδα είναι 286.386, ενώ επίσημα στα αρχεία της ΕΠΟ είναι καταγεγραμμένοι 52.884 ποδοσφαιριστές. Από το αποτέλεσμα της μελέτης προκύπτει ότι για τη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία ένα ποσοστό της τάξης του 18,47%, δηλαδή πάνω από 18 στους 100 του γενικού αντρικού πληθυσμού, είναι εγγεγραμμένο ως ποδοσφαιριστές. Το ποσοστό συμμετοχής της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας στο ποδόσφαιρο είναι το μεγαλύτερο από όλες τις άλλες ηλικιακές κατηγορίας αρρένων.

Είναι άξιο αναφοράς ότι το ποσοστό 8,89% του αντρικού πληθυσμού που έχει καταγραφεί είναι σχεδόν διπλάσιο του γενικού μέσου όρου, που κυμαίνεται στο 4,48%, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει ότι ο αντρικός πληθυσμός παίζει ποδόσφαιρο συντριπτικά περισσότερο από τον γυναικείο.

Γυναικείο ποδόσφαιρο

Η ανάλυση των στατιστικών στοιχείων για τη συμμετοχή γυναικών στα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα των ΕΠΣ, με βάση τα στοιχεία καταγραφής της ΕΠΟ παρουσιάζει αποτελέσματα τα οποία στατιστικά δεν επιτρέπουν ιδιαίτερη ανάλυση και επεξήγηση. Με βάση τον ελέγξιμο πληθυσμό από τις ηλικιακές κατηγορίες 10-80 τα ποσοστά κυμαίνονται από 0,2% μέχρι 0,72%, τα οποία αντιστοιχούν σε 8.679 εγγεγραμμένες αθλήτριες και αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,18% του συνολικού πληθυσμού που περιλήφθηκε στη μελέτη (4.699.761 γυναίκες).

Με βάση τα αποτελέσματά της, όπως αναφέρεται στη μελέτη, «χρήζει εξαιρετικής σπουδαιότητας να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στις μικρές ηλικιακές κατηγορίες, ώστε με συγκεκριμένες δράσεις να υποστηριχθεί η αλλαγή της νοοτροπίας όσον αφορά στην ενασχόληση των μικρών κοριτσιών με το ποδόσφαιρο.
Κι αυτό μπορεί να γίνει με έναν στρατηγικό σχεδιασμό στον οποίο θα έχουν εμπλοκή οι ΕΠΣ, το υπουργείο Παιδείας, οι δήμοι, οι περιφέρειες, καθώς και οι σύλλογοι γυναικών. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί αυτό της Γαλλίας όπου στις ακαδημίες ποδοσφαίρου ενθαρρύνονται οι μητέρες να συμμετέχουν σε προπονήσεις με τα παιδιά τους ή ακόμη και μόνες τους σχηματίζοντας ομάδες».

Γήπεδα – εισιτήρια

Στη μελέτη του ΙΕΠ αναφέρεται ότι τα ενεργά γήπεδα σε όλη την ελληνική επικράτεια είναι 1.704 και καταλαμβάνουν έκταση 12.167 στρεμμάτων. Από αυτά, τα 1.035 είναι με φυσικό χλοοτάπητα, τα 607 έχουν συνθετικό χλοοτάπητα και τα 67 είναι χωμάτινα.

Από την έρευνα προκύπτει ότι τα παιχνίδια του ερασιτεχνικού πρωταθλήματος τα παρακολουθούν αναλογικά περισσότεροι θεατές απ’ ό,τι τους αγώνες της Σούπερ Λίγκας 1!

Την αγωνιστική περίοδο 2018-19 διεξάχθηκαν συνολικά 39.219 παιχνίδια ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου. Εάν ο μέσος όρος φιλάθλων που τα παρακολούθησε είναι 50 άτομα, τότε ο πιθανός συνολικός αριθμός ανέρχεται σε 1.960.950 άτομα. Την ίδια σεζόν τα ματς της ΣΛ1 τα παρακολούθησαν 1.282.138 φίλαθλοι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της λίγκας. Από την απλή σύγκριση προκύπτει ότι εξαιρετικά σημαντικός αριθμός φιλάθλων παρακολουθεί τους αγώνες της ομάδας της γειτονιάς ή του χωριού του.

Στη χώρα μας λειτουργούν ούτε λίγο ούτε πολύ 1.178 ακαδημίες, μεταξύ των οποίων διεξάχθηκαν 25.813 παιχνίδια. Μόνο οι γονείς των νεαρών ποδοσφαιριστών να ήταν στα παιχνίδια, τότε πιθανολογείται ότι τα παρακολούθησαν περίπου 1.290.650 άτομα.
Συνολικά τους αγώνες του ερασιτεχνικού και των ακαδημιών παρακολούθησαν περίπου 3.251.600 άτομα. Το νούμερο είναι εντυπωσιακό και δείχνει τη δυναμική του ποδοσφαίρου.

Νέα αφετηρία

Ο Νίκος Τζώρτζογλου στα συμπεράσματα της πρώτης μελέτης αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Η σωστή και τεκμηριωμένη προσέγγιση του Ερασιτεχνικού Ποδοσφαίρου μέσα από μελέτες και αναλύσεις, καθώς και μέσω της αρμονικής συνεργασίας των τμημάτων της ΕΠΟ και του ΙΕΠ, μπορεί να υποστηρίξει ουσιαστικά την ανάπτυξη του Ερασιτεχνικού Ποδοσφαίρου.
Θεωρούμε ότι η υλοποίηση των εισηγήσεων μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για μια νέα αφετηρία του Ερασιτεχνικού Ποδοσφαίρου στην Ελλάδα και ελπίζω και εύχομαι να βρεθεί το κατάλληλο περιβάλλον ώστε η συγκροτημένη αυτή προσπάθεια να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα και οφέλη για όλο το οικοδόμημα του ποδοσφαίρου μας.
Ο επαναπροσδιορισμός του Ερασιτεχνικού Ποδοσφαίρου σε μια νέα βάση πιο ποιοτική και πιο ουσιαστική είναι πια αναγκαίος».