Ο καλός προπονητής, είναι συνοδοιπόρος ζωής και προστάτης ψυχής

Ο καλός προπονητής, είναι συνοδοιπόρος ζωής και προστάτης ψυχής

Με την πάροδο του χρόνου και με την ολοένα και μεγαλύτερη είσοδο του αθλητισμού στην ζωή του ανθρώπου, κάποιες στερεότυπες αντιλήψεις αναφορικά με την ανατροφή και την εξέλιξη του παιδιού και των φορέων που την επιτυγχάνουν, έχουν αλλάξει. Είναι γεγονός ότι οι κυρίαρχες προσωπικότητες στη ζωή ενός παιδιού, από τις οποίες και αντλούσε συμπεριφορές, αρχές και πρότυπα, ήταν – και θα είναι πάντα – σε πρώτη φάση οι γονείς (ή σε κάποιες περιπτώσεις συγγενείς του στενότερου οικογενειακού περιβάλλοντος) και στη συνέχεια οι δάσκαλοι και οι καθηγητές του.

Ιδιαίτερα όμως για τα παιδιά τα οποία μυήθηκαν από νωρίς στον κόσμο του αθλητισμού, υπάρχει μια φιγούρα που παίζει καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Ένας άνθρωπος ο ρόλος του οποίου είναι ιδιαίτερα πολυδιάστατος και για πολλούς παρεξηγημένος. Δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για κάποιον άλλο ρόλο, από αυτόν του προπονητή.

Για πολλά χρόνια, το μυαλό των περισσοτέρων στο άκουσμα της λέξης “προπονητής” πήγαινε σε συγκεκριμένα πράγματα. Σε κάποια αυστηρή, ψυχρή προσωπικότητα που ασκούσε ένα επάγγελμα για βιοποριστικούς λόγους. Σε πολλές περιπτώσεις, η επίτευξη του στόχου του αθλητή του γινόταν προσωπικό του κίνητρο για λόγους φιλοδοξίας, με αποτέλεσμα να εστιάζει καθαρά και μόνο στο αποτέλεσμα, αδιαφορώντας για παραμέτρους όπως ο κόπος, η καταπόνηση και τυχόν προσωπικά προβλήματα στη ζωή του αθλητή που πιθανό να ανέκυπταν.

Κατά πολλούς επίσης ο προπονητής θα έπρεπε να απέχει συνειδητά από την προσωπική ζωή του αθλητή, εστιάζοντας στην προπόνησή του και μόνο. Κάτι διαφορετικό θα συντελούσε στην ρήξη των μεταξύ τους ισορροπιών, με αποτέλεσμα να αποκλίνει ο αθλητής του στόχου του. Επίσης, κατά αυτούς έννοιες όπως ο σεβασμός, η αφοσίωση και πολλές φορές ο φόβος θα έπρεπε να είναι ταυτόσημες και να υπάρχουν ανάμεσα στις δύο πλευρές εν τη γενέσει της συνεργασίας τους, έτσι ώστε να διατηρηθούν οι μεταξύ τους αποστάσεις, με απώτερο πάντα σκοπό, το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Στην πραγματικότητα όμως τα πράγματα απέχουν πολύ από τις παραπάνω θεωρίες. Ο ρόλος του προπονητή όπως τον διδάχθηκα εγώ από τον δικό μου τον προπονητή, και όπως εύχομαι κάποια μέρα να μπορέσω να τον περάσω κι εγώ στα δικά μου τα παιδιά, είναι τελείως διαφορετικός.

Ο προπονητής είναι αυτός που θα πρέπει να περάσει στον αθλητή την αξία του αθλητισμού και να συμβάλλει ώστε να γίνει μέρος της ζωής του αθλητή, και όχι απλά μια υποχρέωση. Αυτός είναι ο κυριότερος παράγοντας που ορίζει το κατά πόσο ένας αθλητής θα διαρκέσει και θα πετύχει, ή όχι. Αν ο αθλητής δει τον αθλητισμό σαν άλλη μια υποχρέωση στο ήδη φορτωμένο του πρόγραμμα, σαν άλλο ένα “πρέπει” ανάμεσα στα τόσα, με την πρώτη ευκαιρία θα τον παρατήσει και θα τον βγάλει για πάντα από τη ζωή του.

Ο προπονητής θα πρέπει να παρακινεί τον αθλητή να εργάζεται με ζήλο και αφοσίωση, βρίσκοντας την σωστή ισορροπία ανάμεσα στην εμψύχωση και την τιμωρία, κάθε φορά που ο αθλητής θα αποτυγχάνει. Είναι επίσης εκείνος που θα πρέπει να βρει την χρυσή τομή ανάμεσα στις οδηγίες που θα δώσει για ένα σωστό αποτέλεσμα, άλλα και του πεδίου ελεύθερης δράσης και βούλησης του αθλητή, με σκοπό να οξύνει την κριτική του ικανότητα και σκέψη.

Προπονητής είναι αυτός ο οποίος θα χρειαστεί να παίξει πολλές φορές τον ρόλο του ψυχολόγου για τον αθλητή του. Ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, το παραμικρό πρόβλημα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και του ψυχισμού του παιδιού. Θα χρειαστεί επίσης να παίξει τον ρόλο του συντονιστή και ιδιαίτερα στα ομαδικά αθλήματα, θα κληθεί να λειτουργήσει και σαν δικαστής προκειμένου να επιβάλλει την τάξη σε θέματα πειθαρχίας και κοινής συνύπαρξης των αθλητών.

Θα κληθεί να παίξει τον ρόλο του αδερφού άλλα και του γονέα σε ορισμένες περιπτώσεις. Χάρη στην εμπειρία την οποία έχει, ο προπονητής θα χρειαστεί να επέμβει κάποιες φορές στην ανατροφή του παιδιού για να προλάβει καταστάσεις και γεγονότα όσο είναι νωρίς. Από την άλλη πλευρά, οι γονείς δεν θα μπορέσουν να παίξουν ποτέ τον ρόλο του προπονητή. Οι ελάχιστες γνώσεις που έχουν συγκριτικά με εκείνον, τόσο σε επίπεδο αθλητισμού άλλα και διαπαιδαγώγησης γενικότερα, θα έχουν ως αποτέλεσμα ο αθλητής να μπερδευτεί, και αυτό μόνο δεινά θα επιφέρει.

Ο προπονητής θα πρέπει να εμπνέει σεβασμό άλλα και εμπιστοσύνη στον αθλητή. Να είναι ο φίλος, ο εκπαιδευτής άλλα και ο “μέντοράς” του. Να του υποδεικνύει τα όρια και τις δυνατότητες του και να του δίνει διαρκή κίνητρα για να παίρνει από αυτόν το κάτι παραπάνω.

Ο προπονητής θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην πορεία της εξέλιξης του αθλητή. Ο σωστός ο προπονητής είναι σύμβουλος, δάσκαλος, άλλα και καθοδηγητής στην ζωή του “μαθητή” του γενικότερα. Γιατί όπως είπε και ο αείμνηστος Bruce lee, “Ο Δάσκαλος δεν είναι κάποιος που δίνει την αλήθεια. Είναι ο οδηγός, ο δείκτης προς την αλήθεια την οποία ο κάθε μαθητής πρέπει να βρει μόνος του. Ο καλός ο δάσκαλος, είναι απλώς ο καταλύτης.”

Πηγή:

http://www.loveletters.gr/